Η καινούργια πανδημία, η οποία εξελίσσεται μαζί με την υγειονομική του κορονοϊού, είναι οικονομική και μπορεί να ονομαστεί (και αυτή) Μεγάλη Υφεση. Τα θύματά της, σε παραλληλία με εκείνα της ίωσης, προσδιορίζονται, όπως συμβαίνει κιόλας στις ΗΠΑ, με συνεχώς ανανεούμενες προβλέψεις για την οικονομική καταστροφή που είναι βέβαιον ότι επήλθε και θα συνεχιστεί μέσα στη χρονιά. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί το εύρος και το βάθος της οικονομικής κρίσης, ποιος τελικά θα είναι ο πάτος του βαρελιού.

Υπάρχει το σενάριο της εταιρείας αναλύσεων Oxford Economics, όπως παρουσιάστηκε στους New York Times, το οποίο αφορά εκτίμηση για αμερικανική ύφεση με την εξής αποτύπωση στα δύο πρώτα τρίμηνα του τρέχοντος έτους: πτώση 0,4% στο πρώτο και πτώση 12% στο δεύτερο. Νομίζετε ότι αυτή είναι η πιο απαισιόδοξη πρόβλεψη; Οχι, δεν είναι. Και αυτό διότι η Goldman Sachs εκτιμά ότι το δεύτερο τρίμηνο, από τον Απρίλιο μέχρι και το τέλος του Ιουνίου, η πτώση θα φθάσει μέχρι το βαθύ και απαισιόδοξο 24%, δηλαδή σε ποσοστό διπλάσιο από εκείνο της προηγούμενης ανάλυσης. Σε επίπεδο ανεργίας τα στοιχεία θα είναι τρομακτικά: η Goldman Sachs υπολογίζει ότι η επικείμενη ανακοίνωση των δεδομένων για τον μήνα Μάρτιο θα δείξει πως ο αριθμός των νέων ανέργων, δηλαδή όσων Αμερικανών έχασαν πολύ πρόσφατα τη δουλειά τους, θα είναι δύο εκατομμύρια.

Μέχρι το τέλος αυτής της κυριολεκτικά και μεταφορικά δίσεκτης χρονιάς, οι άνεργοι στις ΗΠΑ ενδέχεται να είναι περισσότεροι από 16 εκατομμύρια. Ο δε υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν παρουσίασε στο Κογκρέσο μία κατάσταση ακόμη πιο ζοφερή: η ανεργία θα φθάσει στο 20%, από το μικρό 3% του παρόντος! Τέτοιες εκτιμήσεις, σχολιάζει ο ιταλοαμερικανός συντάκτης της Repubblica Φεντερίκο Ραμπίνι, κάνουν την αμέσως προηγούμενη οικονομική κρίση, του 2008, να φαντάζει σχεδόν αστεία υπόθεση, «ένα μικρό πράγμα» σε σύγκριση με αυτό που πρόκειται να πέσει πάνω μας. Το μόνο συγκρίσιμο προηγούμενο είναι η ιστορική Μεγάλη Υφεση, της περιόδου 1929-1933, γράφει, όταν η οικονομία έχασε το εν τρίτον του πλούτου της και η ανεργία αυξήθηκε στο 25%. Ωστόσο, η υφεσιακή κατάσταση της δεκαετίας του 1930, αν και προκάλεσε τρομερά δεινά, είχε μια «αργή κίνηση» σε σύγκριση με την παρούσα και εξελισσομένη. Είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο, το άμεσο, το ακαριαίο, που μας πλήττει λέει και είναι αποτέλεσμα των δραστικών μέτρων τα οποία ελήφθησαν και περιορίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το 2020 θα τελειώσει καλά, ότι τα λόγω πανδημίας έκτακτα μέτρα θα κλείσουν τον κύκλο τους εντός του έτους (πρόκειται για σενάριο των υγειονομικών αρχών των ΗΠΑ το οποίο «συνεπάγεται» ένα εκατομμύριο θανάτους), το ΑΕΠ θα έχει χάσει ένα 8,4% και το πλήγμα για την αμερικανική οικονομία θα αποτιμάται σε 1,8 τρισ. δολάρια.

Τα χρηματιστήρια έχουν χάσει τo 30% της αξίας τους. Είναι ζημία που δεν αφορά μόνο τους έχοντες και κατέχοντες, τους πλούσιους με αποταμιεύσεις επενδυμένες σε μετοχές. Διότι με τους καταβαραθρωμένους δείκτες συνδέεται και ένα μέρος των συνταξιοδοτικών Ταμείων. Επιπλέον, η συντριβή των χρηματαγορών σημαίνει ότι θα υπάρξει ολόκληρη αλυσίδα καταστροφών, όπως είναι οι πτωχεύσεις των επιχειρήσεων και η συνεπαγόμενη αδυναμία πληρωμής των υποχρεώσεών τους. Αυτά τα λουκέτα εκτείνονται σε πολλά πεδία: μιλάμε για αεροπορικές εταιρείες, για τουριστικές, πετρελαϊκές και εφοδιαστικές. Ολος ο κύκλος της παραγωγής και του εμπορίου θα νιώσει τις συνέπειες. Καθώς οι απολύσεις έχουν ήδη αρχίσει, όπως προαναφέρθηκε, οι πρώτοι που πλήττονται είναι οι πιο φτωχοί εργαζόμενοι, 34 εκατομμύρια άνθρωποι που δουλεύουν με προσωρινές συμβάσεις, με επισφάλεια, κ.λπ. Ισχύει και τώρα το κλασικό, ότι η οικονομική κρίση καταστρέφει πάντα ένα μέρος των παραγωγικών δυνάμεων.

Στα θύματα της οικονομικής κρίσης που γέννησε η πανδημία του κορονοϊού πρέπει να προσθέσουμε, όπως συμβαίνει σε κάθε οικονομική κρίση, εκείνους που θα πεθάνουν από τη φτώχεια, δηλαδή από ασθένειες, ακόμη και όσους αυτοκτονήσουν. Η νέα οικονομική κρίση θα ανεβάσει στον πληθυσμό τα ποσοστά της τοξικομανίας, του αλκοολισμού, των φαινομένων βίας. Ο συντάκτης λέει ότι οι Αμερικανοί «παραδοσιακά» πλήττονται μαζικά, ως λαός, από αρρώστιες όπως είναι ο διαβήτης ή η παχυσαρκία, παθογένειες που σχετίζονται με την κακή διατροφή. Ε, όλα αυτά τα φαινόμενα θα πληθύνουν και ο αμερικανικός λαός θα υποφέρει περισσότερο.

Ο Λευκός Οίκος και το Κογκρέσο επιχείρησαν την ανάνηψη της κοινωνίας από το οικονομικό σοκ με έναν μεγαλοπρεπή χειρισμό: με ένα έκτακτο πακέτο ζεστού χρήματος, με ένα τεράστιο κεφάλαιο που θα κυμανθεί μεταξύ 1,3 και 2,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Μιλάμε για δημόσια δαπάνη που αντιπροσωπεύει ένα 7% έως 10% του ΑΕΠ. Για να υπάρξει ένα μέτρο σύγκρισης, ας θυμηθούμε ότι η διακυβέρνηση Ομπάμα για να αντεπεξέλθει η αμερικανική οικονομία στην κρίση του 2008 είχε διαθέσει τα μισά λεφτά και ας τονίσουμε και ότι το ποσόν που διαθέτουν οι χώρες της Ευρωζώνης για την αντιμετώπιση της τωρινής κρίσης είναι σημαντικά υποπολλαπλάσιο του πακέτου της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Οι περισσότεροι Αμερικανοί θα λάβουν από την κυβέρνηση και μία επιταγή με 2.400 δολάρια. Συν άλλα 500 δολάρια αν υπάρχει τέκνο, συν άλλα 500 αν υπάρχει και δεύτερο, κ.ο.κ. Οι ενισχύσεις επεκτείνονται στις μικρές επιχειρήσεις, υπό έναν απαράβατο όρο: δεν θα απολυθεί κανένας εργαζόμενος. Οι εφημερίδες, πάντως, από πλευράς τους γκρινιάζουν για τα περιοριστικά μέτρα. Η Washington Post έγραψε ότι «δεν πρέπει η κυβέρνηση να καταπνίξει την κοινωνία έχοντας σκοπό να τη σώσει» και η Wall Street Journal αναρωτήθηκε «τι είναι χειρότερο, η θεραπεία ή η αρρώστια». Οι ΗΠΑ δείχνουν αποφασισμένες να υπολογίσουν την οικονομικοκοινωνική διάσταση των εκτάκτων μέτρων και να μη γίνουν Κίνα, όπου το καθεστώς έλαβε δρακόντεια μέτρα με άγνωστο κόστος και απροσδιόριστες παράπλευρες απώλειες, κλείνει το ολοκληρωμένο κείμενό του ο συντάκτης της ιταλικής εφημερίδας.