Πώς θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι στην εποχή μας θα βρίσκαμε κάτι κοινό με ανθρώπους που έζησαν πριν από 500 χρόνια αντιμετωπίζοντας ασθένειες χωρίς να τις καταλαβαίνουν και χωρίς να υπάρχει θεραπεία; Και όμως. Την περασμένη Κυριακή, ο Πάπας Φραγκίσκος περπάτησε στους έρημους δρόμους της Ρώμης, για να προσευχηθεί σε έναν σταυρό στην εκκλησία του Σαν Μαρτσέλο, που υποτίθεται ότι έσωσε τη Ρώμη από την πανώλη το 1522. Σήμερα βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση, απειλούμενοι από το Covid-19, μια ασθένεια που (μέχρι στιγμής) έχει το πάνω χέρι, φέρνοντας παντού και στα πάντα τα πάνω-κάτω… Μάλιστα ακόμη και οι μέθοδοι που εφαρμόζονται, συμπεριλαμβανομένης της καραντίνας, προέρχονται από την τρομακτική εποχή της πανούκλας. Το ίδιο, όμως, συμβαίνει και με ένα μεγάλο μέρος κορυφαίων έργων τέχνης της Ευρώπης. Υπάρχουν «αριστουργήματα που θα μπορούσαν να μας παρηγορήσουν», γράφει ο Τζόναθαν Τζόουνς στον Guardian, «να μας κάνουν να δούμε αυτή την ασυνήθιστη στιγμή κάτω από άλλο πρίσμα ή ακόμα και να μας δώσουν πρακτικές ιδέες για το πώς να την αντιμετωπίσουμε». Και παραθέτει μερικά από αυτά τα έργα, που θα μπορούσαν ίσως να μας χρησιμεύσουν ως οδηγοί, αφού ο Ρέμπραντ, ο Τιτσιάνο και ο Καραβάτζιο είχαν περπατήσει σε αυτό το μονοπάτι πολύ πριν από εμάς…

Αλμπρεχτ Ντύρερ: «Οι τέσσερις Ιππείς της Αποκάλυψης» (1498)

Ο Θάνατος και τα τρία πρωτοπαλίκαρά του γυρίζουν στον κόσμο, συντρίβοντας ιερείς και αγρότες κάτω από τις οπλές των αλόγων τους. Αυτή η ξυλογραφία εμπνευσμένη από το βιβλίο της Αποκάλυψης παρουσιάζει τους τρεις χειρότερους δολοφόνους της ανθρωπότητας: τον πόλεμο, τον λιμό και την πανούκλα. Ο ιππέας με τη ζυγαριά πιθανότατα αντιπροσωπεύει την επιδημία, αν και μερικές φορές ταυτίζεται με τον τοξότη, αφού τα βέλη μιας απειλητικής αρρώστιας είναι αόρατα, εκτοξεύονται από απόσταση και χωρίς προειδοποίηση. Στον κόσμο του Ντύρερ, αυτός ήταν ο πιο φοβερός από τους ιππείς. Το 1347, τα γενοβέζικα πλοία επιστρέφοντας από την Κριμαία έφεραν στην Ευρώπη μια καταστροφική επιδημία πανούκλας. Τα επόμενα χρόνια, ο Μαύρος Θάνατος, όπως λεγόταν επίσης η πανώλη ή πανούκλα, σκότωσε τουλάχιστον το ένα τρίτο της ηπείρου. Μετά από εκείνη την πρώτη πανδημία, η πανούκλα επέστρεψε πολλές φορές στις ευρωπαϊκές πόλεις. Πρόσφατες εξετάσεις DNA σε σκελετούς από το Λονδίνο και αλλού επιβεβαιώνουν ότι όλα αυτά τα κρούσματα οφείλονταν σε βουβωνική πανώλη, που προκλήθηκε από το βακτήριο Yersinia pestis.

Σαλβατόρ Ρόζα: «Ο εύθραυστος άνθρωπος» (1656)

Ολες οι πόλεις της Πρώιμης Νεότερης Ευρώπης υπέφεραν από επιδημίες που επανέρχονταν συνεχώς και μπορούσαν να σκοτώσουν το 10-50% του πληθυσμού τους. Θεωρείται ότι τουλάχιστον οι μισοί κάτοικοι της Νάπολης – περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι – πέθαναν από πανώλη το 1656. Το έργο του Ρόζα είναι μια αναφορά από την πρώτη γραμμή του θανάτου. Και μπορεί να το δει κανείς ως την απόλυτη μακάβρια δήλωση: ένα νεογέννητο μωρό υπογράφει μια συμφωνία με τον Θάνατο αναγνωρίζοντας ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι άθλια και σύντομη. Ο Θάνατος είναι ένας τρομακτικός σκελετός με φτερά που υψώνονται μέσα στο επιτάφιο σκοτάδι του πίνακα. Ο Ρόζα επέζησε από την επιδημία της πανώλης του 1656, έχασε, όμως τον μικρό του γιο, τον αδελφό του και την αδερφή του, τον σύζυγό της και τα πέντε παιδιά τους. Το νήπιο του πίνακα είναι ο γιος του Ροζάλντο, που δέχεται την κυριαρχία του θανάτου.

Τιτσιάνο: «Pietà» (1575-6)

Σε αυτή τη συγκινητική ομολογία απελπισίας ένας γέρος άνδρας προσεύχεται για την επιβίωση του γιου του και τη δική του από μια επιδημία. Ο Τιτσιάνο ζωγράφισε αυτή την αμυδρά φωτισμένη εικόνα όταν η Βενετία επλήγη από την πανώλη. Απεικονίζεται o ίδιος ημίγυμνος, γονατισμένος μπροστά από την Παρθένο Μαρία, που κρατά στα χέρια της το σώμα του νεκρού Χριστού. Για να καταστήσει εντελώς σαφές το μήνυμά του, ο μεγάλος ζωγράφος της Αναγέννησης περιλαμβάνει άλλη μια εικόνα μέσα σε αυτή την εικόνα: μια ακαλαίσθητη λαϊκή ευχετήρια (ex-voto) επιγραφή, από αυτές που μπορεί να δει κανείς μέσα σε μια εκκλησία, και ο ίδιος -μαζί με τον γιο του Οράτσιο στην άκρη αριστερά-  ενώ προσεύχεται, όπως θα το έκανε ένας απλός χωρικός. Η προσευχή του δεν έπιασε. Ο Τιτσιάνο και ο Οράτσιο πέθαναν και οι δύο στην επιδημία της πανώλης του 1576.

Αντόνιο Τζάνκι: «Η Παναγία εμφανίζεται στα θύματα της πανώλης» (1666)

Ο Αγιος Ρόκκος (υπάρχει ναός του και στα Χανιά, ο οποίος ανήκε στον βενετικό οίκο των Παολίνι) θεωρείται άγιος θαυματουργός και προστάτης από την πανώλη. Γεννήθηκε το 1295 στο Μονπελιέ της Γαλλίας από οικογένεια ευγενών. Εμεινε νωρίς ορφανός, μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του και αφού φόρεσε το ράσο του προσκυνητή κατέληξε στην Ιταλία, όπου έγινε γνωστός για την αυταπάρνηση που έδειξε βοηθώντας τους ασθενείς από πανούκλα. Οταν αρρώστησε και ο ίδιος, αποσύρθηκε σε ένα δάσος περιμένοντας τον θάνατο, που όμως δεν ήρθε γιατί ιάθηκε. Προς τιμήν του χτίστηκε το «Scuola Grande di San Rocco» στη Βενετία, μια πόλη όπου οι συνθήκες διαβίωσης την καθιστούσαν κυψέλη της ασθένειας παρά το γεγονός ότι μπήκε αμέσως σε καραντίνα. Η λέξη καραντίνα, εξάλλου, προέρχεται από τον Ενετικό όρο για τις «40 ημέρες», χρονικό διάστημα που έμπαιναν σε κατάσταση εγκλεισμού τα ξένα πλοία, το 1348. Το «Scuola Grande» μαρτυρεί τα βάσανα της Βενετίας παρ’ όλες τις προσπάθειές της. Οι τουρίστες πηγαίνουν εκεί (πήγαιναν, τουλάχιστον μέχρι πρότινος) για να δουν τα έργα του Τιντορέτο. Αλλά όταν τελειώσει η τωρινή καραντίνα, αξίζει να σταματήσουμε στη σκάλα, όπου οι εκπληκτικές τοιχογραφίες του Τζάνκι καταγράφουν την καταστροφική επιδημία του 1630.

Ρέμπραντ: «Πορτρέτο της Χέντρικγε Στόφελς» (1654)

Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι μερικά από τα μεγαλύτερα έργα τέχνης του κόσμου τα έχει στοιχειώσει η βουβωνική πανώλη. Η Χέντρικγε Στόφελς, για παράδειγμα, ήταν ένα από τα θύματά του. Είναι συγκινητικά ζωντανή στο πορτρέτο που φιλοτέχνησε ο Ρέμπραντ -ήταν εραστής της- μέσα από το οποίο τα σκούρα μάτια της εκπέμπουν οικειότητα και ειλικρίνεια. Η Στόφελς ήταν η χήρα του οικονόμου του κορυφαίου ζωγράφου πριν γίνει σύντροφός του στη ζωή και στη δουλειά του. Απέκτησε μια κόρη μαζί του και μεγάλωσε τον γιο του Τίτο. Και όταν ο καλλιτέχνης πτώχευσε, έγινε εκπρόσωπός του και τον κράτησε όρθιο οικονομικά. Αυτός ο πίνακας του 1654 είναι η μαρτυρία της αγάπης τους. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1663, ένα πλοίο από το Αλγέρι έφερε την πανούκλα στο Άμστερνταμ, ένα από τα θύματα της οποίας ήταν και η Στόφελς. Η απώλεια της συνέβαλε στην τραγωδία και την αγωνία που βλέπουμε στις όψιμες αυτοπροσωπογραφίες του Ρέμπραντ.

Χέριτ βαν Χόντχορστ: «Άγιος Σεμπαστιανός» (1623)

Αρχηγός του πρώτου συντάγματος των Πρετοριανών, ο Σεβαστιανός καταδικάστηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Διοκλητιανό σε θάνατο με δηλητηριασμένα βέλη για τις χριστιανικές του πεποιθήσεις, όταν άρχισε ο διωγμός των Χριστιανών, το 303μ.Χ. Το σώμα του παρέλαβε μια ευσεβής χήρα, η Λουκίνα, που ανακάλυψε ότι ανέπνεε και τον φρόντισε μέχρι που έγινε καλά. Όμως ο Σεβαστιανός μίλησε και πάλι στον Διοκλητιανό για θέματα πίστης και εκείνος διέταξε την θανάτωσή του με μαστίγωμα αυτή τη φορά. Ο Σεβαστιανός θεωρείται προστάτης άγιος κατά της πανούκλας, ενώ στη συνέχεια αναδείχθηκε και σε gay icon, είναι ο άγιος της ομοφυλοφιλικής κοινότητας. Στο έργο του ο Χόντχορστ καταφέρνει να συνδυάσει και τα δύο στοιχεία. Η Ουτρέχτη, γενέτειρα του ολλανδού ζωγράφου, χτυπήθηκε από την πανώλη τη δεκαετία του 1620, και ο πίνακας απεικονίζει με πάθος τον άγιο ως εμπνευσμένο ήρωα θαυματουργής επιβίωσης. Τα βέλη καρφωμένα βαθιά μέσα στη σάρκα του μοιάζουν θανατηφόρα, ο Σεβαστιανός όμως κατάφερε να επιβιώσει. Η χλωμή επιδερμίδα, το σκοτεινό σκηνικό και η έντονη βία αυτής της εικόνας εμπνέονται από τον Καραβάτζιο, του οποίου η τέχνη ενθουσίασε τον Χόντχορστ όταν πήγε στη Ρώμη.

Καραβάτζιο: «Οι Επτά Πράξεις του Ελέους» (1606-1607)

Ένα από τα πιο τρομερά αποτελέσματα της πρώτης πανδημίας στην Ευρώπη και των υποτροπών της ήταν ότι οι νεκροί δεν μπορούσαν να θαφτούν με αξιοπρέπεια. Αυτή ήταν μια βασική «πράξη ελέους» μιας χριστιανικής κοινότητας, όπως δείχνει ο Καραβάτζιο σ ‘αυτό το σκοτεινό όραμα ανθρώπων που κάνουν καλές πράξεις στα κακόφημα στενά της Νάπολης. Στο αριστουργηματικό έργο του, που κοσμεί την αγία τράπεζα της εκκλησίας Pio Monte della Misericordia στην καρδιά της Νάπολης, ένας ιερέας κρατάει έναν πυρσό καθώς ένας άνδρας μεταφέρεται για να ταφεί μέσα στη νύχτα, και μόνο τα πόδια του φαίνονται έξω από το σάβανό του. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο του «Δεκαήμερου», ο Τζιοβάνι Μποκάτσιο -ο Βοκάκιος, όπως τον εξελληνίσαμε- περιγράφει τον Μαύρο Θάνατο που είχε ξεσπάσει στη Φλωρεντία δύο χρόνια πριν αρχίσει να γράφει το μυθιστόρημά του (1350-1355). Η πανώλη που θέρισε το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού το 1348 δεν εξαίρεσε φυσικά την γενέτειρα του Βοκάκιου. Η χαρούμενη παρέα -επτά νεαρές γυναίκες και τρεις νεαροί άνδρες- του «Δεκαήμερου» καταφεύγει σε ένα εξοχικό σπίτι στα περίχωρα της Φλωρεντίας για να ξεφύγει από το πένθος που ξέσπασε στην πόλη και τα πτώματα που ήταν παρατημένα στους δρόμους.  Οι «λάκκοι της πανώλης» που ανακαλύφθηκαν αργότερα γεμάτοι με σκελετούς επιβεβαιώνουν ότι οι νεκροί πετάχτηκαν σε ομαδικούς τάφους.

Κατερίνα ντε Τζουλιάνις: «Χρόνος και Θάνατος» (πριν το 1727)

Η βουβωνική πανώλη άρχισε να εξασθενεί στην Ευρώπη τον 18ο αιώνα. Το τελευταίο μεγάλο ξέσπασμά της έγινε στη Μασσαλία το 1720. Αυτό το έργο φρίκης από κερί που έγινε από μια καλόγρια στη Νάπολη δείχνει πως η ανάμνησή της έμεινε ως ένα τοπίο που είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά από το θάνατο. Όπως και προηγούμενα αριστουργήματα, για παράδειγμα το χαρακτικό «Χορός του Θανάτου» του Χανς Χόλμπαϊν, και ο «Θρίαμβος του Θανάτου» του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου, το έργο της ντε Τζουλιάνις είναι ένα απίστευτο όραμα του Θανάτου ως αναρχικού, γράφει ο Τζόναθαν Τζόουνς στον Guardian, που καταστρέφει όλες τις ανθρώπινες ελπίδες. Αυτό το όραμα και η παράδοση της οποίας αποτελεί μέρος, μπορούν να ανιχνευθούν στον Μαύρο Θάνατο. Η ανάμνηση αυτής της πανδημίας δεν έχει διαγραφεί ποτέ.