Το ελικόπτερο του Κόμπι Μπράιαντ είχε καθυστερήσει και πετούσε μέσα σε ομίχλη όταν χτύπησε σε μια πλαγιά στο Καλπαμπάσας της Καλιφόρνιας, 50 χιλιόμετρα δυτικά του Λος Άντζελες. Αν σε αυτά προστεθεί ότι η πτήση γινόταν σε μικρό υψόμετρο και η ταχύτητά του ξεπερνούσε τα 280 χιλιόμετρα την ώρα, δηλαδή σχεδόν τη μέγιστη που μπορούσε να αναπτύξει, τότε, σύμφωνα με ειδικούς, έχουμε όλα τα συστατικά ενός κλασικού δυστυχήματος CFIT, από «ελεγχόμενη πτήση προς το έδαφος». Τα ελικόπτερα, υποστηρίζουν οι ειδικοί, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τέτοια περιστατικά απ’ ό,τι τα αεροσκάφη. Και αυτό συμβαίνει λόγω της «φύσης» τους: ακριβώς επειδή χρησιμοποιούνται για πτήσεις κοντά στο έδαφος. Η αλήθεια είναι ότι τα μικρότερα αεροσκάφη έχουν χειρότερες επιδόσεις ασφαλείας σε σχέση με αυτά που χρησιμοποιούνται στις εμπορικές γραμμές, καθώς τα τελευταία χρειάζεται να ακολουθούν πληθώρα αυστηρών κανονισμών ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος πτώσης. Αντίστοιχη είναι η κατάσταση και με τα ελικόπτερα: υπάρχει μεγάλη διαφορά σε θέματα ασφάλειας μεταξύ αυτών  που πιλοτάρουν επαγγελματίες, όπως στην περίπτωση του Κόμπι Μπράιαντ, και των ελικοπτέρων που χρησιμοποιούνται από ερασιτέχνες πιλότους για λόγους ψυχαγωγίας. Τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί σειρά δυστυχημάτων με ελικόπτερα σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της συντριβής στη Βρετανία το 2018, κατά την οποία σκοτώθηκε ο Βιτσάι Σριβανταναπράμπα, ο ταϊλανδός ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής ομάδας Λέστερ, και τέσσερις ακόμα επιβαίνοντες. Κατά τις έρευνες που ακολούθησαν βρέθηκε ότι υπεύθυνος για το δυστύχημα ήταν βλάβη στον έλικα της ουράς η οποία προκάλεσε την ανεξέλεγκτη περιστροφή του ελικοπτέρου μέχρι τη συντριβή του. 

Υπήρξαν επίσης περιστατικά το 2019, ανάμεσά τους και η τραγωδία του Πόρου με το Agusta A109 που ακούμπησε στα καλώδια της ΔΕΗ, έκανε κάποιες περιστροφές και έπεσε στη θάλασσα με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους ο έλληνας χειριστής και δύο Ρώσοι –εκ των οποίων ο ένας ήταν καταζητούμενος. Στο Μανχάταν, την ίδια χρονιά, ίδιο μοντέλο ελικοπτέρου προσέκρουσε σε ουρανοξύστη και σκοτώθηκε ο πιλότος του. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση Ελικοπτέρων, το 2019 ήταν η πιο θανατηφόρα χρονιά εδώ και δύο δεκαετίες για τα ελικόπτερα που χρησιμοποιούνται για τουρ στη Χαβάη, με 10 άτομα να χάνουν τη ζωή τους σε δύο πτώσεις. Οπως και στην περίπτωση του δυστυχήματος του Γκραντ Κάνιον τον προηγούμενο χρόνο, όπου πέντε βρετανοί τουρίστες έχασαν τη ζωή τους και οι αμερικανικές αρχές αναγκάστηκαν να επιβάλουν αυστηρότερους κανονισμούς στα τουριστικά δρομολόγια, έτσι και σε αυτές της Χαβάης αναμένεται να κάνουν ακόμη πιο αυστηρό το κανονιστικό πλαίσιο. Τα περιστατικά των τελευταίων χρόνων περιλαμβάνουν και τραγωδίες στη Νέα Ζηλανδία: εκεί το 2018 ελικόπτερο  συνετρίβη σε γεωργικές εκτάσεις βορείως του αεροδρομίου Wanaka, σκοτώνοντας τον πιλότο και δύο επιβάτες. Η τραγωδία είχε ξεκινήσει με το θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του πιλότου τρεις μήνες νωρίτερα, με άλλη πτώση ελικοπτέρου.  Τον Μάρτιο του ίδιου έτους ένα Eurocopter AS350 έπεσε στον East River στο Μανχάταν όπου σκοτώθηκαν και οι πέντε επιβάτες που το είχαν ναυλώσει για μια τουριστική περιήγηση και για να φωτογραφηθούν με φόντο τους ουρανοξύστες στον ορίζοντα. Οι επιβάτες πνίγηκαν στον ποταμό καθώς δεν μπόρεσαν να βγάλουν τις ζώνες που υποχρεούνταν να φορούν αφού η πτήση γινόταν –για τις ανάγκες της φωτογράφισης- με ανοικτή την πόρτα. Αποτέλεσμα ήταν οι ομοσπονδιακές αρχές να απαγορεύσουν τέτοιου είδους πτήσεις. Το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν το τρίτο θανατηφόρο μέσα σε 11 χρόνια με ελικόπτερα της Liberty Helicopters: σε ένα από αυτά εννέα άτομα είχαν χάσει τη ζωή τους αφού το ελικόπτερο (παρόμοιο με εκείνο που εμπλέκεται στο ατύχημα αυτής της εβδομάδας) συγκρούστηκε με αεροπλάνο πάνω από τον ποταμό Χάντσον. 

Το 28χρονο Sikorsky S-76 του Κόμπι Μπράιαντ, με τις δύο τουρμπίνες και μεταφορική ικανότητα έως και 13 επιβατών θεωρείται από ειδικούς ως ένα «αξιόλογο, μεσαίου μεγέθους ελικόπτερο». Σε σχέση με τα αμιγώς ελικοφόρα, οι δείκτες δυστυχημάτων με ελικόπτερα που έχουν τουρμπίνες είναι χαμηλότεροι, με τα στοιχεία των αμερικανικών αρχών να δείχνουν ότι είναι περίπου όσο ασφαλή είναι και τα αυτοκίνητα. Όπως αναφέρει ο επαγγελματίας πιλότος ιδιωτικών ελικοπτέρων Τσαρλς Μπρέμερ με άρθρο του στους Times του Λονδίνου, είναι πιθανό μία μηχανική βλάβη να προκάλεσε την πτώση του Sikorski. «Οι μηχανικές βλάβες ευθύνονται για δυσανάλογο μερίδιο των (δυστυχημάτων) ελικοπτέρων. Τα αεροσκάφη με σταθερά πτερύγια έχουν τη δυνατότητα να γλιστρούν στον αέρα μετά από βλάβη κινητήρα, ενώ ένα ελικόπτερο κρατιέται στον αέρα με δυνάμεις που λειτουργούν σε αντίθεση μεταξύ τους», αναφέρει. Έτσι, όταν μία μηχανική βλάβη επηρεάσει τον έλικα μέσω του οποίου το ελικόπτερο εξασφαλίζει την ανυψωτική του δύναμη, αναπάντεχα επέρχεται βίαιη πτώση. «Πιθανότατα ο πιλότος δεν κατάφερε να ανυψωθεί για να περάσει τους λόφους καθώς πετούσε μερικές εκατοντάδες πόδια πάνω από το έδαφος», εκτιμά ο Μπρέμερ. Από τα στοιχεία μέχρι στιγμής προκύπτει ότι η SoCal, ο εναέριος ελεγκτής της περιοχής του Λος Άντζελες, είχε δώσει άδεια στο Sikorsky να πετάξει υπό το καθεστώς special VFR (άδεια ειδικών συνθηκών πλοήγησης), κατά το οποίο μπορεί κανείς να πιλοτάρει με ορατότητα μόλις ενός μιλίου, και όχι τριών μιλίων όπως απαιτεί το απλό VFR. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, όταν πετάς μόνο με ορατότητα, απαιτείται να μένεις εκτός των νεφών. Ο κίνδυνος αυξάνει γεωμετρικά όταν, ενώ είσαι σε καθεστώς ειδικού VFR με περιορισμένη ορατότητα, αναπτύσσεις μεγάλες ταχύτητες. 

Σύμφωνα με τον Μπρέμερ, η πιο συνηθισμένη αιτία θανατηφόρων ατυχημάτων σε μικρά αεροσκάφη όλων των τύπων είναι οι πιλότοι που πετούν μέσα σε σύννεφα, χάνουν τον έλεγχο και προσκρούουν στο έδαφος. Ο πιλότος του Μπράιαντ, αναφέρει ο Μπρέμερ, είχε πιστοποίηση να πετάει μόνο με όργανα -κανόνες πτήσης IFR- αλλά τα ελικόπτερα συνήθως πιλοτάρονται «με τα μάτια». Η πτήση IFR απαιτεί σχέδιο πτήσης και δεν επιτρέπει την ευέλικτη πλοήγηση. Οι ελεγκτές ζήτησαν από τον πιλότο του Μπράιαντ να επιβεβαιώσει ότι πλοηγούσε μόνο δια της οπτικής επαφής. Ο πιλότος, ο οποίος πετούσε χωρίς συγκυβερνήτη, ζήτησε να ενημερωθεί για την εναέρια κυκλοφορία, αλλά από το κέντρο ελέγχου του είπαν ότι ήταν κάτω από την κάλυψη των ραντάρ. «Είστε ακόμα σε πολύ χαμηλό επίπεδο», ανέφερε ο ελεγκτής. Οι επακόλουθες κλήσεις του ελεγκτή δεν απαντήθηκαν – το Sikorski είχε συντριβεί. Όπως αναφέρει ο Μπρέμερ, οι εμπειρογνώμονες του Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας των Μεταφορών των ΗΠΑ σύντομα θα είναι σε θέση να καταλάβουν εάν το ελικόπτερο  υπέστη μηχανική βλάβη ή έπεσε θύμα της ομίχλης. «Σε κάθε περίπτωση, η συντριβή θα εντατικοποιήσει τους ελέγχους για τη λειτουργία των ελικοπτέρων», επισημαίνει.