Το 1967 μερικοί τύποι έκατσαν στο σβέρκο της ελληνικής δημοκρατίας. Η επταετία μας ταλαιπώρησε, μας άφησε μελανιές στις πατούσες και μας δίδαξε ότι οι γραφικοί καλό είναι να μένουν χαρακτήρες σε ηθογραφικά διηγήματα.

Μελετώντας τις περιπτώσεις τους ιστορικά, συμπεραίνουμε ότι τα φιντάνια της χούντας εκμεταλλεύτηκαν τη συγκυρία και την ανακατωσούρα των καιρών και βρήκαν χώρο να κάνουν ό,τι έκαναν. Ήταν φρούτα της εποχής τους. Σήμερα πιθανότατα δεν θα είχαν την ίδια πέραση. Ούτε και χαμένοι θα πήγαιναν, πάντως καθώς τους περισσότερους μπροστά μας θα τους βρίσκαμε.  

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟΤΕ: Ο συνταγματάρχης για όλες τις δουλειές. Υπουργός Προεδρίας, στη συνέχεια Εξωτερικών, Αμύνης και Παιδείας, για λίγο αντιβασιλιάς και στα «μεγάλα του» Πρόεδρος της «Δημοκρατίας». Στο πρώτο του διάγγελμα μετά το πραξικόπημα ανέφερε το αμίμητο «Ευρισκόμεθα ενώπιον ενός ασθενούς τον οποίον έχομεν επί της χειρουργικής κλίνης και, εάν ο χειρουργός δεν τον προσδέση κατά την διάρκειαν της εγχειρήσεως επί της χειρουργικής κλίνης, υπάρχει περίπτωσις, αντί διά της εγχειρήσεως να του χαρίση την αποκατάστασιν της υγείας του, να τον οδηγήση εις τον θάνατον». Ως γνωστόν, η πλαστική απέτυχε αλλά του έμειναν αμανάτι τα αρνιά, τα τσαρούχια και τα τσάμικα.

ΣΗΜΕΡΑ: Η αγάπη του για την παραδοσιακή μουσική και τους δημοτικούς χορούς θα τον είχε οδηγήσει από νωρίς στο συγκρότημα της Δώρας Στράτου. Σύντομα η εμμονή του με την πειθαρχία και η ικανότητά του να «σφίγγει» τον κόσμο γύρω του θα του άνοιγαν νέους δρόμους. Αν όλα συνέχιζαν να πηγαίνουν δεξιά στην καριέρα του, θα ήταν ο επόμενος Πάνος Μεταξόπουλος: χορογράφος-λοχίας και βουτηγμένος στο Fame Story που τόσο επίμονα κυνήγησε στη ζωή του.

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΤΤΑΚΟΣ

ΤΟΤΕ: Ο ταξίαρχος των Τεθωρακισμένων κατσικώθηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών μέχρι το Νοέμβρη του 1973 και την ανατροπή του Ιωαννίδη. Αξέχαστα έχουν μείνει τα σουρεαλιστικά του κηρύγματα, είτε περί χριστοπιστίας (αργότερα, στη φυλακή, διάβασε τη Βίβλο επτά φορές) είτε περί των ιδανικών συνθηκών διαβίωσης στη Γυάρο. Αν πιστέψουμε τις περιγραφές του, μπορούμε να φανταστούμε ότι έστησε το πρώτο spa στην ιστορία του έθνους.

ΣΗΜΕΡΑ: Θα είχε εξασφαλισμένη καριέρα, λόγω καράφλας και γενικού νταβραντίσματος, στην ελληνική τσόντα. Η οποία, παρεμπιπτόντως, αν είχε και έναν δεύτερο Γκουσγκούνη, μπορεί και να μη μας τελείωνε έτσι άδοξα. Σε περίπτωση, πάντως, που ο «Γκους» αποφάσιζε να τον αποβάλει από το εν λόγω star system, όλο και κάποιο νυχτερινό μαγαζί θα τον ήθελε στην πόρτα του.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΚΑΡΕΖΟΣ

ΤΟΤΕ: Ο συνταγματάρχης ταύτισε το όνομα και τη δράση του με το Υπουργείο Συντονισμού. Ανήκε πάντα στην παράταξη των «σκληρών», αν και ο ίδιος ζούσε λιγότερο φανταχτερά απ’ όλους. Ήταν το «μυαλό» και ο «λογιστής» της χούντας. Η αίτησή χάριτός του έγινε δεκτή το 1996 (ως «μετανοημένου») και έχουν δημοσιευτεί τα απομνημονεύματά του.

ΣΗΜΕΡΑ: Πιο low profile από τους «αδερφούς» του, ο Νικ μάλλον δεν θα στέριωνε στη show-biz. Οι ικανότητές του, πάντως, στη διαχείριση των οικονομικών και η τάση του να προκαλεί συναισθήματα αντιπάθειας θα μπορούσαν να του χαρίσουν μια ιδανική καριέρα εφοριακού. Απ’ αυτούς που δεν σου δίνουν και πολλή σημασία την ώρα που ελέγχουν τα βιβλία σου και εισπράττουν την περαίωση με μια αυτάρεσκη ικανοποίηση.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

ΤΟΤΕ: Διοικητής της ΕΣΑ, μέχρι τη στιγμή που ενορχήστρωσε το πραξικόπημα ανατροπής του Παπαδόπουλου. Ως αρχηγός του τάγματος των Ευέλπιδων, ήταν αυτός που έδωσε τη διαταγή να στήσουν μπλόκα στους δρόμους της Αθήνας και να καταλάβουν τα κυβερνητικά κτίρια την 21η Απριλίου του 1967. Μετά την ανατροπή τού κόλλησε το παρατσούκλι «αόρατος δικτάτωρ» – δεν εμφανιζόταν πουθενά και δεν επικοινωνούσε προσωπικά με κανέναν.

ΣΗΜΕΡΑ: Αν οι συνταγματάρχες έπαιζαν τους Ντάλτον στο σινεμά, θα μπορούσε να είναι ο Άβερελ. Επειδή προτίμησαν να κάνουν καριέρα ως τρίο, έκλεισε δικό του συμβόλαιο, καβαντζώνοντας το ρόλο του Ιζνογκούντ. Δεν χρειάστηκε καν να περάσει από κάστινγκ. Η εταιρεία παραγωγής είδε στο κούτελό του γραμμένη τη φράση «Θέλω να γίνω χαλίφης στη θέση του χαλίφη».

ΜΙΧΑΛΗΣ ΡΟΥΦΟΓΑΛΗΣ

ΤΟΤΕ: Πανίσχυρος διοικητής της ΚΥΠ και επίτιμος πλέι μπόι του καθεστώτος. Πιο ιλουστρασιόν και από τα παράσημά του ο γάμος του με την Ντέλλα, κατοπινή ζάπλουτη χήρα Ρούνικ.

ΣΗΜΕΡΑ: Τότε βάλθηκε να εξαργυρώσει το «ρουφ» του ονόματός του. Σήμερα θα του ήταν ευκολότερο να ακολουθήσει τη δεύτερη έμφυτη ροπή του. Ο συνδυασμός γυναικά και γραφικού θα του χάριζε μια ισόβια θέση στις κριτικές επιτροπές των καλλιστείων. Πιθανότατα δεν θα έφτανε στο τοτεμικό μέγεθος του Πρεβελάκη, αλλά θα μπορούσε άνετα να κοντράρεται μαζί του σε καθημερινή τηλεοπτική βάση, είτε σε επίπεδο απλής μανούρας είτε επί της ουσίας, για την καλύτερη ανάδειξη του θεσμού και των κοριτσιών.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΝΤΕΡΤΙΛΗΣ

ΤΟΤΕ: Πρωτοπαλίκαρο και βασανιστής. Μετά την πτώση του καθεστώτος καταδικάστηκε για τη δολοφονία του 20άχρονου Διομήδη Κομνηνού στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Στρατόκαυλος μέχρι το κόκαλο, το «όραμά» του μόλις κατέλαβε την Αθήνα ήταν να κάνει παρέλαση στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας, να στήσει έκτακτο στρατοδικείο σε ένα εντυπωσιακό κτίριο του Τσίλερ και να ιδρύσει νεολαία με προστρατιωτική εκπαίδευση, «με γαλόνια, στολή και μπότες, όπως επί Μεταξά».

ΣΗΜΕΡΑ: Κατά πάσα πιθανότατα, πάλι στρατιωτικός θα γινόταν. Στην καλύτερη –για όλους μας–, θα τον πετύχαιναν σε κάποια έξοδό τους τίποτα νταβραντισμένες «παλιοσειρούλες» και θα τον έκαναν το εναλλακτικό βιντεοκλίπ για το «Χτύπα κι άλλο».

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΩΙΤΑΚΗΣ

ΤΟΤΕ: Ο στρατηγός ανέλαβε αντιβασιλέας μέχρι που τον έδιωξε απ’ την «παράγκα» ο Παπαδόπουλος.

ΣΗΜΕΡΑ: Δύσκολα θα επιβίωνε στην Ελλάδα του 2006. Με λίγη προσπάθεια και γυμναστική, ίσως θα μπορούσε να στεριώσει ως κασκαντέρ σε κάποιες action movies ήπιας δράσης στην Αμερική. Αν, παρ’ όλα αυτά, αποφάσιζε να παραμείνει εντός των συνόρων, θα ήταν ένας τίμιος αναπληρωτής καθηγητής σε γυμνάσιο (απ’ αυτούς που επιστρατεύονται όταν οι καθηγήτριες παίρνουν την άδεια εγκυμοσύνης τους).