Θα καταλήξει η Μίλαν στα χέρια του πλουσιότερου Ευρωπαίου και τρίτου πλουσιότερου ανθρώπου στην υφήλιο; Σε δημοσίευμά της, η ιταλική εφημερίδα «Il Messaggero» ανέφερε πριν μερικές εβδομάδες ότι ο ιδιοκτήτης της Louis Vuitton, Μπερνάρ Αρνό, ήθελε να αγοράσει την ιστορική ιταλική ομάδα αντί ενός δισ. ευρώ από τον νυν ιδιοκτήτη της, αμερικανό μεγαλοεπενδυτή Πολ Ελιοτ Σίνγκερ. Λίγες ημέρες μετά, σε ανακοίνωση που έστειλε στην ίδια την ιταλική εφημερίδα και στη βρετανική εφημερίδα «Daily Mail», εκπρόσωπος του ομίλου Louis Vuitton αρνήθηκε κατηγορηματικά αυτές τις πληροφορίες. Ωστόσο, τόσο τα ιταλικά ΜΜΕ, όσο και πολλά φίλα προσκείμενα στην ομάδα blogs και ιστότοποι επιμένουν πως ο γάλλος Κροίσος με την περιουσία των 97 δισεκατομμυρίων ευρώ εξακολουθεί να συζητάει με τον Σίνγκερ, CEO και ιδρυτή της «Elliott Management». Ο 74χρονος Σίνγκερ, αφού αγόρασε το καλοκαίρι του 2018 το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της ομάδας από τον Γιόνγκχονγκ Λι, θέλει τώρα να την ξεφορτωθεί με το σωστό αντίτιμο, που ο ίδιος υπολογίζει στα 975 εκατ. ευρώ. Το site «Milan Eye» υποστηρίζει πως οι συζητήσεις έχουν αναζωπυρωθεί και δεν αποκλείεται να έχουμε εξελίξεις με το νέο έτος, ειδικά μετά την ανακοίνωση, την Δευτέρα το βράδυ, της επιστροφής του Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς στο ιταλικό πρωτάθλημα και την Μίλαν.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, αν όντως συμβεί αυτό τότε δεν αποκλείεται ο Αρνό να μετατρέψει την Μίλαν σε… Γκαλάκτικος Νο2, στα πρότυπα της Ρεάλ Μαδρίτης, φέρνοντας στο Σαν Σίρο αστέρες… εκτυφλωτικής ποδοσφαιρικής λάμψης. Η προτεραιότητα θα είναι ο Λιονέλ Μέσι και ο Πεπ Γκουαρντιόλα και, αν δεν ευοδωθεί αυτό, ο κλήρος κατόπιν πέφτει στον Γιούργκεν Κλοπ με τον Κιλιάν Μπαπέ. Μάλιστα, τους δυο σπουδαίους προπονητές, ο Αρνό λέγεται πως σκοπεύει να τους δελεάσει όχι μόνο με πολλά χρήματα που θα στρώσει στα πόδια τους, αλλά και ενόψει Brexit, καθώς ουδείς γνωρίζει σε τι κατάσταση θα βρίσκεται σε 1-2 χρόνια το αγγλικό ποδόσφαιρο. Οι πιο… πονηροί φυσικά δεν αγνοούν το γεγονός πως ο Αρνό δεν επέλεξε τυχαία να αγοράσει την Μίλαν, την ομάδα που εδρεύει στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της μόδας. Ο γάλλος επιχειρηματίας θα μπορεί πλέον, με έδρα το Μιλάνο, να κάνει μια σειρά από άλλα επικερδή deal, εκτός ποδοσφαίρου και σχετιζόμενα αποκλειστικά με τις δραστηριότητες του ως ιδιοκτήτης των LVMH και από μερικές ημέρες ήδη και του οίκου πολυτελών κοσμημάτων Tiffany’s.

Η εξαγορά του οίκου, ύψους 16,2 δισ. δολαρίων (14.5 δισ. ευρώ), είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία του ομίλου LVMH. Έτσι, η Tiffany προστέθηκε στα περισσότερα από 70 brands πολυτελών ειδών που κατέχει η LVMH, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι φίρμες Fendi, Bulgari, Dom Pérignon και Givenchy. «Τρέφουμε τεράστιο σεβασμό και θαυμασμό για την Tiffany και σκοπεύουμε να αναπτύξουμε αυτό το ‘κόσμημα’ με την ίδια αφοσίωση και δέσμευση που έχουμε επιδείξει για όλους τους οίκους του ομίλου”, ανέφερε ο Αρνό στην ανακοίνωση που εξέδωσε τη Δευτέρα. «Είμαστε υπερήφανοι που η Tiffany θα φιγουράρει δίπλα στα εμβληματικά brands του ομίλου και σκοπεύουμε να διασφαλίσουμε ότι ο οίκος θα συνεχίσει να ευημερεί και στους αιώνες που θα ακολουθήσουν». Ο Αρνό, που πρόσφατα φιλοξενήθηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Forbes, έκανε τα πρώτα του βήματα στο επιχειρείν τη δεκαετία του 1970 από την κατασκευαστική εταιρεία της οικογένειάς του. Ξεκίνησε την οικοδόμηση της αυτοκρατορίας πολυτελών αγαθών που σήμερα διοικεί το 1984, με την εξαγορά της Boussac, μιας χρεοκοπημένης γαλλικής κλωστοϋφαντουργίας, που ήταν ιδιοκτήτρια και του κλυδωνιζόμενου τότε οίκου μόδας Christian Dior. Έξι χρόνια αργότερα απέκτησε τον έλεγχο της εταιρείας Louis Vuitton Moët Hennessy (LVMH).