Τα περισσότερα από τα κομουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης κατέρρευσαν ειρηνικά. Ο δικτάτορας της Ρουμανίας, ωστόσο, δεν ήταν έτοιμος να παραδοθεί αμαχητί και χρειάστηκε να εξεγερθεί ο ρουμανικός λαός ώστε ο Νικολάε Τσαουσέσκου να πέσει από την εξουσία αλλά και να χάσει τη ζωή του λίγες ημέρες μετά. Στις 22 Δεκεμβρίου του 1989 ο Τσαουσέσκου και η σύζυγός του Έλενα φυγαδεύτηκαν με ελικόπτερο από το Βουκουρέστι. Στις 25 Δεκεμβρίου το μεσημέρι, ανήμερα Χριστούγεννα, ύστερα από συνοπτική διαδικασία, στρατιωτικό δικαστήριο καταδίκασε σε θάνατο το ζεύγος Τσαουσέσκου. Έπειτα από λίγα λεπτά ο άνθρωπος που κατείχε την εξουσία στη Ρουμανία από το 1965 και η γυναίκα του ήταν νεκροί και μερικές ώρες μετά οι Ρουμάνοι και ολόκληρος ο κόσμος πληροφορούνταν τις λεπτομέρειες της εκτέλεσής τους από την τηλεόραση. 

«Μου είπαν: ‘Βρίσκεται σε ένα μικρό σχολείο έξω από το Βουκουρέστι. Πήγαινε εκεί, πρέπει να γίνει η δίκη του’. Ηταν απαίσια Χριστούγεννα. Το ένταλμα σύλληψης το υπέγραψα εγώ. Μετά πήρα το αυτοκίνητο, οδήγησα στους γεμάτους πτώματα δρόμους και πήγα στο Τιργκόβιστε. Κατάλαβα πως επρόκειτο να μείνω στην Ιστορία» ανέφερε πριν από λίγες ημέρες, μιλώντας στον Φραντσέσκο Μπατιστίνι της Corriere della Sera, ο πρώην στρατιωτικός εισαγγελέας Νταν Βοϊνέα. Παρά το πέρασμα του χρόνου, ο 69χρονος, σήμερα, άνδρας εξακολουθεί να θυμάται τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια – πώς μπήκε στο σχολείο, πώς άνοιξε την πόρτα και πώς βρέθηκε ξαφνικά ενώπιον του ζεύγους Τσαουσέσκου. «Δεν τους είχα δει ποτέ ξανά από τόσο κοντά. Κανένας δεν μπορούσε να σταθεί απέναντί τους σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων. Τους κοιτούσα και έβλεπα την εξουσία απόλυτα απογυμνωμένη». 

Ο Βοϊνέα αρχικά ζήτησε τον κατάλογο των μαρτύρων αλλά τον ενημέρωσαν πως δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, πως η δίκη έπρεπε να ολοκληρωθεί το γρηγορότερο δυνατό. Προσήλωσε το βλέμμα του στον δικτάτορα και στη σύζυγό του και έκανε την πρώτη ερώτηση. «Εκείνος ανταπόδωσε με περιφρόνηση στο βλέμμα. Μετά μουρμούρισε μια προσβολή. Απάντησε πως δεν αναγνώριζε το δικαστήριο και ότι θα μιλούσε μόνον ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης». Ύστερα από αυτό, ο στρατιωτικός εισαγγελέας δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει παρά να διαβάσει το κατηγορητήριο. «Τον κατηγόρησα για γενοκτονία και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που ζητούσα την εσχάτη των ποινών». Αλλά, παρά την ένταση της στιγμής, ήθελε να ακολουθήσει όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες. «Στράφηκα προς τον δικηγόρο του για να μάθω εάν ήθελε να ασκήσει έφεση. Μου έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι. Εμεινα άναυδος, καθώς ήταν πολύ πιο αυστηρός από μένα» εξήγησε. 

Η δίκη του Τσαουσέσκου και της γυναίκας του δεν διήρκεσε ούτε καν δύο ώρες. «Από τις 2 έως τις 3 και 10 λεπτά. Αποφασίστηκε να συνεχίσουμε με την εκτέλεση της καταδίκης αμέσως». Σήμερα, όμως, τριάντα χρόνια μετά, ο Νταν Βοϊνέα εξακολουθεί να διερωτάται εάν όντως αποδόθηκε δικαιοσύνη εκείνη την ημέρα. «Δεν πίστευα πως θα τον τουφέκιζαν. Σίγουρα, εάν παρέμενε ζωντανός θα τον είχαμε δικάσει καλύτερα και ενδεχομένως να καταδικαζόταν σε ισόβια κάθειρξη. Αλλά κατά βάθος, με εκείνον νεκρό, όλοι αισθάνθηκαν ελεύθεροι να τον αποκηρύξουν. Ο δικός μας κομουνισμός είχε μόνον ένα κεφάλι και με το που κόπηκε, πέθανε και το σώμα». Ερωτώμενος εάν επρόκειτο για επανάσταση ή για πραξικόπημα, ο πρώην στρατιωτικός εισαγγελέας υποστήριξε πως δεν ήταν τίποτα από τα δύο «Όλα ξεκίνησαν με μια εξέγερση στην Τιμισοάρα η οποία μετεξελίχτηκε σε επανάσταση στο Βουκουρέστι. Οι στρατιώτες αφαίρεσαν τα διακριτικά τους και μια μερίδα του καθεστώτος συμπαρατάχθηκε με τον λαό. Το γεγονός αυτό επέτρεψε σε πολλούς κομουνιστές να ανακυκλωθούν στην εξουσία» σημείωσε. 

Μιλώντας για τους συμπατριώτες του, ο φιλόσοφος Εμίλ Σιοράν υποστήριζε πως «οι Ρουμάνοι είναι ο πιο μοιρολατρικός λαός στον κόσμο». Αλλά τον Δεκέμβριο του 1989 αποφάσισαν να δημιουργήσουν μόνοι τους τη μοίρα τους. Ανθρωποι καταπονημένοι και λεηλατημένοι, που δεν έζησαν καμία από τις όποιες εκφάνσεις του κομμουνιστικού «παραδείσου» και περνούσαν τις ημέρες τους δίχως ηλεκτρικό και θέρμανση, έγκλειστοι σε μια βορειοκορεατικού τύπου απολυταρχική κοινωνία. Η κολεκτιβοποίηση της γεωργίας είχε ως συνέπεια τον εκτοπισμό των αγροτών, ενώ την ίδια ώρα τα ορφανοτροφεία της χώρας ήταν γεμάτα μικρά και ανήμπορα και ανάπηρα παιδιά που ξεψυχούσαν -τουλάχιστον 20.000 σύμφωνα με τις εκτιμήσεις– μόνα και αβοήθητα σε παγωμένες αίθουσες γεμάτες ποντίκια. Τα στελέχη της «αστυνομίας της εμμηνόρροιας» περιπολούσαν στα νοσοκομεία ώστε να μην μπορούν οι Ρουμάνες να διακόψουν οικειοθελώς την κύησή τους, ενώ τα στελέχη της Σεκουριτάτε, της διαβόητης Κρατικής Υπηρεσίας Ασφαλείας της Ρουμανίας, είχαν μετατρέψει εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες σε καταδότες των συμπολιτών τους, με αποτέλεσμα ο ένας να ρουφιανεύει τον άλλον, ακόμα και τους ίδιους τους γονείς τους τα μικρά παιδιά. 

Εκατομμύρια άνθρωποι μόλις που κατάφερναν να επιβιώσουν κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, μην τυχόν και δυσαρεστηθεί ο «Ziu Nicu», ο «Θείος Νίκου», ένας μεγαλομανής δικτάτορας ο οποίος την ώρα που οι συμπολίτες του πέθαιναν στον δρόμο από την πείνα, εκείνος έχτιζε το κολοσσιαίο Παλάτι του Λαού (νυν Μέγαρο της Βουλής) με μάρμαρα, κρύσταλλα, ξύλινα πατώματα και χρυσές κουρτίνες. Λίγες εβδομάδες μετά την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ωστόσο, ήρθαν τα πάνω κάτω και στη Ρουμανία. Η πρόθεση του καθεστώτος να εκδιώξει τον ουγγρικής καταγωγής αντιφρονούντα πάστορα Λάζλο Τοκές είχε ως αποτέλεσμα να κατέβουν στους δρόμους της Τιμισοάρα, τέτοιες ημέρες πριν από τριάντα χρόνια, τα μέλη της ουγγρικής μειονότητας της πόλης αλλά και χιλιάδες Ρουμάνοι. Οι δυνάμεις ασφαλείας του Τσαουσέσκου απάντησαν ανοίγοντας πυρ και σκοτώνοντας δεκάδες ανθρώπους, με αποτέλεσμα να εξεγερθούν και οι πολίτες άλλων πόλεων, συμπεριλαμβανομένου και του Βουκουρεστίου. 

Την 21η Δεκεμβρίου ο Τσαουσέσκου επέλεξε να εμφανιστεί στα πλήθη που ήταν συγκεντρωμένα στην κεντρική πλατεία της ρουμανικής πρωτεύουσας σε μια απόπειρα να αποδείξει ότι η πλειονότητα των Ρουμάνων τον στηρίζει πιστά. Αλλά καθώς εκφωνούσε τον λόγο του, κάποιοι τόλμησαν να τον διακόψουν και να τον γιουχαΐσουν σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση. Την επομένη, παρά το χάος που ακολούθησε και τους δεκάδες εκατοντάδες νεκρούς, ένα κύμα εξαγριωμένων πολιτών εισήλθε στο κτίριο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ της Ρουμανίας ενώ στη συνέχεια ενώθηκε μαζί του και ο στρατός. Ακολούθησε η φυγή και η σύλληψη του δικτάτορα και της συζύγου του. Λίγα εικοσιτετράωρα μετά, τα Χριστούγεννα του 1989, το ζεύγος Τσαουσέσκου κείτονταν νεκρό στο προαύλιο ενός σχολείου. 

Το ιστορικό αυτό γεγονός κατέγραψε με την κάμερά του ο Τζόρτζε Μιλιτάρου, ο προσωπικός σκηνοθέτης του Τσαουσέσκου. Αρχικά επέλεξε να εγκαταλείψει την πατρίδα του και μετέβη στην Ιταλία, όπου εργάστηκε για κάποιο διάστημα και στη RAI, αλλά επέστρεψε τελικά και σήμερα δηλώνει πως είναι πικραμένος. «Η επανάσταση απέτυχε αμέσως. Δεν έχουμε ακόμα λογαριαστεί με το παρελθόν. Γιατί οι πρώην, τελικά, παρέμειναν όλοι στις θέσεις τους», υπογράμμισε, μιλώντας στον Ιταλό δημοσιογράφο. Μέσα σε τριάντα χρόνια καταδικάστηκαν μόλις δύο άτομα, ενώ στο διπλωματικό σώμα της Ρουμανίας εξακολουθούν να υπηρετούν άνθρωποι με ύποπτο παρελθόν. «Υπάρχουν ακόμα δεκάδες στελέχη της Σεκουριτάτε που υπηρετούν ενώ διέπραξαν εγκλήματα» σημείωσε από την πλευρά του ο Μάριους Οπρεα, πρόεδρος του Ινστιτούτου για τη Διερεύνηση των Κομουνιστικών Εγκλημάτων στη Ρουμανία – «300.000 νεκροί, 651.087 κατάδικοι που βασανίστηκαν, με το 25% αυτών να πεθαίνει στη φυλακή, 8.000 συνοπτικές εκτελέσεις, 5.000 καταδίκες σε θάνατο». «Δεν θα έφτανε μια ζωή για να τα ερευνήσουμε όλα. Οι αγνοούμενοι είναι τουλάχιστον 150 χιλιάδες. Όποιος πέθαινε στα στρατόπεδα εργασίας ή στα χέρια της Σεκιουριτάτε, θαβόταν κρυφά δίχως όνομα. Επειτα από τριάντα χρόνια, πολλές οικογένειες δεν γνωρίζουν το παραμικρό για τους δικούς τους» πρόσθεσε. 

Όσον αφορά τους λόγους που οι Ρουμάνοι επιλέγουν να αποσιωπούν το κομμουνιστικό παρελθόν της πατρίδας τους, «θεωρούν πως έχει περάσει πολύς καιρός. Αλλωστε κανένας δεν απαίτησε διαφάνεια από τους πρώην κομμουνιστές που παρέμειναν στην εξουσία. Κανένας δεν ενδιαφέρεται. Ούτε καν η Ευρώπη. Πολλοί αριστεροί ευρωπαίοι ηγέτες είχαν παρτίδες με τον Τσαουσέσκου, και Ιταλοί, από τον Μπερλινγκουέρ έως τον Ναπολιτάνο. Η βασίλισσα Ελισάβετ τον υποδέχτηκε στο Λονδίνο με τις άμαξες και τα άλογα». Λόγω των ερευνών του, ο Μάριους Οπρεα έχει δεχτεί πλήθος απειλών. «Αναγκάστηκα να στείλω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου στη Γερμανία. Η εξέταση συγκεκριμένων θεμάτων είναι δύσκολη υπόθεση» παραδέχτηκε. Οσον αφορά τους πρωταγωνιστές της Ρουμανικής Επανάστασης, ο καλβινιστής πάστορας Λάζλο Τοκές είναι στενός φίλος του Βίκτορ Ορμπαν. Ο Φλοριάν Βιέρου, το αγοράκι που απαθανατίστηκε με μια τρύπια σημαία της Ρουμανίας (είχε αφαιρεθεί το κομμουνιστικό έμβλημα) τυλιγμένη γύρω από το στήθος του και κατέληξε στα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων και των περιοδικών του κόσμου, εργάζεται ως οδηγός ταξί. Ο Ντορίν Μαριάν Σίρλαν, ένας από τους αλεξιπτωτιστές που εκτέλεσαν τον Νικολάε και την Ελενα Τσαουσέσκου, απολύθηκε από τον στρατό και πλέον ζει με ψυχοφάρμακα. Και από τα χιλιάδες παιδιά που γεννήθηκαν τις ημέρες της νικηφόρου εξέγερσης των Ρουμάνων και σήμερα είναι τριάντα ετών, ελάχιστα έδωσαν το «παρών» σε μια ειδική τηλεοπτική παραγωγή με αφορμή την 30ή επέτειο της ρουμανικής επανάστασης του 1989.