Πενήντα χρόνια μετά το θάνατο του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, σχεδόν τα πάντα γι’ αυτόν έχουν ειπωθεί και αναλυθεί. Ο Papa ήταν σημαντικός λογοτέχνης, μέγας κυνηγός της περιπέτειας και των γυναικών, ιδιοσυγκρασιακός bon viveur και τολμηρός ταξιδευτής. Και όλα αυτά μαζί τον είχαν αναδείξει σε σελέμπριτι της εποχής του. Ακούγεται κάπως φτηνό, αλλά πέρα απ’ όλα τα υπόλοιπα, ήταν σίγουρα ένα σελέμπριτι της εποχής του. Με τεράστια εμβέλεια, μάλιστα. Ό,τι κι αν έκανε, γεννούσε δημοσιότητα. Απ’ τα νεανικά του χρόνια ως και τη μέρα της αυτοκτονίας του τραβούσε πάνω του τα φώτα και την προσοχή. Απασχολούσε τον κόσμο. Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι ότι ακόμα και σήμερα μας απασχολεί με τον ίδιο τρόπο – συνολικά ως προσωπικότητα, όχι μόνο με το έργο που άφησε πίσω του. Κι αυτό είναι ένα απ’ τα πολλά πράγματα που κατάφερε να πετύχει στην τρικυμιώδη και εμβληματική ζωή του: εμφύσησε στην ταπεινή κι εφήμερη τέχνη της διαχείρισης της δημοσιότητας μια δόση αθανασίας. Η περίπτωσή του μπορεί να αποτελέσει το ιδανικό study case για κάθε σύγχρονο celebrity wannabe. Θέλεις η διασημότητά σου να διαρκέσει περισσότερο από το τέταρτο που της αναλογεί; Θέλεις να διαρκέσει περισσότερο απο σένα; Περισσότερο από την εποχή σου; Τότε προσπάθησε να κάνεις τα πράγματα όπως τα έκανε ο Χέμινγουεϊ.

Βήμα 1ο: Γίνε πραγματικά καλός σε κάτι

Αυτό είναι το δυσκολότερο κομμάτι, αλλά και το πιο σημαντικό. Ο Χέμινγουεϊ ήταν πραγματικά καλός στο γράψιμο. Επινόησε ένα λογοτεχνικό στυλ που ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του: λιτό, στακάτο, αρσενικό. Χρησιμοποιούσε λίγες λέξεις και περιέγραφε λίγα πράγματα. Τα πολλά τα άφηνε να εννοηθούν. Ο ίδιος παραλλήλιζε  την τεχνική του με τα παγόβουνα: το ορατό κομμάτι του παγόβουνου είναι μόνο η κορυφή του. Αυτή εξέχει πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα 7/8 του παγόβουνου, όμως, είναι κρυμμένα κάτω απ’ το νερό. Ο Χέμιγνουεϊ “ζωγράφιζε” στα βιβλία του την κορυφή του παγόβουνου. Τα περισσότερα πράγματα που ήθελε να πει τα άφηνε κρυμμένα κάτω απ’ τις γραμμές. Όπως αποδείχτηκε, αυτά που ήθελε να πει ήταν τόσο σημαντικά που –εκτός των άλλων- του χάρισαν και το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1954. Δεν το παρέλαβε αυτοπροσώπως, γιατί λίγους μήνες πριν την απονομή είχε τραυματιστεί σοβαρά κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στη μαύρη Αφρική. Προσπαθώντας να διασχίσει το Βελγικό Κονγκό έπεσε θύμα δύο διαδοχικών αεροπορικών ατυχημάτων που του στοίχισαν μερικές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, μια ρήξη νεφρού, μια ρήξη ήπατος, έναν εξαρθρωμένο ώμο και βαριά εγκαύματα. Στην πραγματικότητα δεν συνήλθε ποτέ απ’ αυτούς τους τραυματισμούς: σταμάτησε να ταξιδεύει και άρχισε να πίνει συστηματικά.

Ακόμα και η λογοτεχνία του, πάντως, λειτούργησε ως όχημα δημοσιότητας. Όσο ζούσε, αλλά και για τουλάχιστον δύο δεκαετίες μετά τον θάνατό του, οι συγγραφείς του πλανήτη είτε προσπαθούσαν να τον μιμηθούν –  να γράψουν σαν τον Χέμινγουεϊ, ή να αποστασιοποιηθούν απ’ αυτόν – να γράψουν με τρόπο που δεν θύμιζε καθόλου τον Χέμινγουεϊ. Ο Papa, πριν γίνει παγκόσμιο σελέμπριτι είχε καταφέρει να γίνει σελέμπριτι στον κύκλο του. Το ότι ο κύκλος του ήταν λογοτεχνικός, αποδείχτηκε τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα: οι λογοτέχνες μπορεί ενίοτε να κουτσομπολεύουν, αλλά κατά βάση γράφουν. Και τα γραπτά τους μένουν. Άθελά τους, όλοι οι συνάδελφοί του, θαυμαστές ή ανταγωνιστές δούλεψαν για τη δική του υστεροφημία.

Βήμα 2ο: Φτιάξε έναν μύθο. Ή και περισσότερους.

Ο Χέμινγουεϊ έζησε μια στην κυριολεξία μυθιστορηματική ζωή – τα πιο κλασικά του κείμενα, άλλωστε, είναι βασισμένα στις προσωπικές του εμπειρίες (το “Για ποιον χτυπά η καμπάνα”, πχ, αφηγείται γεγονότα που ο ίδιος έζησε από πρώτο χέρι ως πολεμικός ανταποκριτής στον Ισπανικό εμφύλιο). Παρόλα αυτά, γούσταρε να παραφουσκώνει τις ήδη εντυπωσιακές περιπέτειές του. Και το έκανε συστηματικά. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία της συμμετοχής του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Μάη του 1918 επιχείρησε να καταταγεί στον Αμερικανικό στρατό, με σκοπό να μεταβεί ως μάχιμος στο Ευρωπαϊκό μέτωπο. Δεν τα κατάφερε, λόγω ενός χρόνιου προβλήματος όρασης αλλά και λόγω της άρνησης του πατέρα του (που όπως αποδείχτηκε είχε εξαιρετικές άκρες στο στρατολογικό γραφείο). Αντ’ αυτού, έγινε εθελοντής του Ερυθρού Σταυρού και τον Μάιο της ίδιας χρονιάς μπάρκαρε για την Ευρώπη με την ιδιότητα του οδηγού ασθενοφόρου. Τον Ιούνιο του 1918 έφτασε στο Παρίσι που ήδη βομβαρδιζόταν από τους Γερμανούς και πήρε αμέσως φύλλο πορείας για το Ιταλικό μέτωπο. Εκεί δεν πρόλαβε να κάνει πολλά πράγματα, αφού τραυματίστηκε το πρώτο βράδυ της άφιξής του στο Μιλάνο. Ένα μυδράλιο γάζωσε το αριστερό του πόδι και διακόσια περίπου θραύσματα ενός Αυστριακού όλμου σφηνώθηκαν στο δεξί του. Αυτό που πρόλαβε να κάνει, ήταν να διασώσει εκείνη τη μία και μοναδική νύχτα του δικού του Πολέμου έναν τραυματισμένο Ιταλό στρατιώτη. Και, εννοείται, να διασώσει και το περιστατικό. Όταν πλέον γύρισε γύρισε στις ΗΠΑ (μετά από έξι μήνες παραμονής σε νοσοκομείο του Μιλάνου κι έναν θυελλώδη έρωτα με την εθελόντρια νοσοκόμα Ανιές Φον Κουρόφσκι), ήταν όχι μόνο ήρωας πολέμου, αλλά και κάτοχος ενός σουρεαλιστικού ρεκόρ: ήταν ο πρώτος Αμερικανός που τραυματίστηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό, φυσικά, είναι κάτι που δεν γίνεται να διασταυρωθεί. Αλλά δεν έχει σημασία. Ο Χέμινγουεϊ στα 18 του είχε ανακαλύψει τη διασημότητα και τον ιδανικό της μανδύα: τον ηρωισμό. Και δεν ήταν διατεθειμένος να αποχωριστεί ούτε τη μία ούτε τον άλλο.

Πολλά χρόνια αργότερα, στον Β’ Παγκόσμιο πια, επιχείρησε να προσθέσει ένα ακόμα επικό κεφάλαιο στην προσωπική του μυθολογία. Ταξίδεψε στην Ευρώπη ως πολεμικός ανταποκριτής και τον Ιούνιο του 1944 βρέθηκε σε ένα από τα μεταγωγικά πλοία της DDay, της επιχείρησης της απόβασης στη Νορμανδία. Τον επόμενο μήνα, είχε φτάσει στα περίχωρα του Παρισιού, παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς την πολιορκία της πόλης από τις συμμαχικές δυνάμεις. Σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, ήταν ο πρώτος που μπήκε στο Παρίσι, πριν καν υποχωρήσουν εντελώς οι Ναζί. Ο θρύλος λέει ότι το πρώτο του μέλημα ήταν να οργανώσει μια ομάδα ντόπιων προκειμένου να “απελευθερώσουν” το Ριτζ – το ξενοδοχείο όπου είχε περάσει τα μποέμ νεανικά του χρόνια. Φυσικά, καμμία από τις δύο αυτές ιστορίες δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Ο Χέμινγουεϊ, πάντως, επέμενε να τις επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία. Η επανάληψη δεν είναι μόνο η μαμά της κάθε μάθησης. Είναι και η αγαπημένη ξαδερφούλα των ιδιωτικών θρύλων. 

Βήμα 3ο: Άσε πίσω σου τα σωστά ίχνη

Κάπου στο σύμπαν υπάρχει ένας πλανήτης που ονομάζεται Χέμινγουεϊ (παρότι τον ανακάλυψαν Σοβιετικοί αστρονόμοι). Κάπου στον πλανήτη υπάρχουν κάποια μπαλκόνια που είναι εξοπλισμένα με τα αποικιακά έπιπλα που ονομάζονται Χέμινγουεϊ. Σε κάποια μαγαζιά, κάποιοι ενθουσιώδεις κυνηγοί και ψαράδες αγοράζουν ρούχα και εξοπλισμό της σειράς Χέμινγουεϊ. Κάποιοι άλλοι παραγγέλνουν φαγητό σε κάποια από τα εκατοντάδες ανά τον κόσμο εστιατόρια που ονομάζονται Χέμινγουεϊ, ή πίνουν τα ποτά τους στα αναρίθμητα μπαρ που ονομάζονται Harry’s Bar επειδή έτσι έλεγαν το μπαρ στο οποίο σύχναζε ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ στο Παρίσι (το έκανε διάσημο και το απαθανάτισε στο μυθιστόρημά του «Across the river and into the trees»).

Και βέβαια, κάποιοι (όλο και περισσότεροι κάθε χρόνο) παραγγέλνουν στο δικό τους αγαπημένο μπαρ ένα mojito ή ένα daiquiri. Τα δύο αυτά κοκτέιλ έχουν «χρεωθεί» στον Papa. Δεν τα επινόησε ο ίδιος, αλλά τα ανακάλυψε όταν πρωτοεπισκέφτηκε την Κούβα, τη χώρα που τελικά επέλεξε για δεύτερη πατρίδα του. Και χάρη σ’ αυτόν τα ανακαλύψαμε κι εμείς οι υπόλοιποι. Τα daiquiri του τα έπινε στο θρυλικό πλέον «La Floridita» και τα mojito στο La Bodeguita. Και τα δύο βρίσκονταν στην Αβάνα και ήταν τα αγαπημένα του στέκια. Η «Floridita», μάλιστα, στέκεται ακόμα στη θέση της και αποτελεί κάτι σαν τόπο προσκυνήματος για τους τουρίστες, αλλά και για τους ντόπιους που αγάπησαν με πάθος τον διάσημο νατουραλιζέ συμπολίτη τους. Το ότι ένας από τους επιδραστικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα έχει συνδεθεί στο μυαλό μας με δύο κοκτέιλ ακούγεται κάπως παρακμιακό και για τον ίδιο αλλά και για το μυαλό μας. Στην περίπτωση του Χέμινγουεϊ, όμως, είναι απολύτως φυσικό και αυτονόητο: το lifestyle του ήταν πάντα επιδραστικό. Κάποιες φορές πιο επιδραστικό κι απ’ τη λογοτεχνία του. Ό,τι κι αν έκανε αργά ή γρήγορα γινόταν μόδα. Ακόμα και το σαφάρι στην Αφρική, που τότε ήταν ακόμα αφιλόξενη κι επικίνδυνη – χωρίς δρυμούς και resort. Ή το σκι στις άγριες Άλπεις όταν ακόμα δεν διέθεταν ούτε σαλέ ούτε χιονοδρομικά κέντρα. Ή το ψάρεμα του ξιφία στα απρόβλεπτα νερά του Ατλαντικού. Ο Χέμινγουεϊ ανάγκασε τους συμπατριώτες του να δουν με κάποια συμπάθεια ακόμα και τις αιματηρές ταυρομαχίες της Παμπλόνα. Ακόμα και την Κούβα και τα κοκτέιλ της, τουλάχιστον μέχρι την εποχή που τα ηνία της χώρας πέρασαν στα χέρια του Φιντέλ Κάστρο. Για παν ενδεχόμενο, πάντως, ο Papa φρόντισε να συνδέσει το μύθο του και με ένα πιο εξευγενισμένο, «δυτικό» κοκτέιλ – το μαρτίνι. Σήμερα, σε όποιο σοβαρό μπαρ του μικρού μας κόσμου κι αν μπεις και ζητήσεις ένα Hemingway Martini, θα σου σερβίρουν το ίδιο (δυνατούτσικο) μείγμα που αποτελείται από τέσσερα μέρη βότκα, τέσσερα μέρη λευκό ρούμι, λίγο λικέρ κεράσι, λίγο χυμό γκρέιπ φρουτ και λίγο παραπάνω χυμό λάιμ.  

Βήμα 4ο: Μην ασχολείσαι με τη δημοσιότητα

Η δημοσιότητα ανταμείβει περιστασιακά αυτούς που την κυνηγούν επίμονα, αλλά τελικά αγαπάει μόνο αυτούς που Α. Την αξίζουν και Β. Την αποφεύγουν. Ο Χέμινγουέι σίγουρα την άξιζε και σίγουρα σε κάποια διαστήματα της ζωής του προσπάθησε να την αποφύγει. Χωρίς επιτυχία. Παρότι τα περισσότερα από τα πράγματα που έκανε τα έκανε για την πάρτη του, για να χορτάσει τη δική του ακόρεστη πείνα για ζωή, τα πράγματα αυτά έμοιαζαν πάντα να αφορούν πολύ κόσμο. Και ο πολύς κόσμος έφτασε να τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα. Από ένα σημείο και μετά, το μόνο μέρος που μπορούσε να του προσφέρει μια σχετική απομόνωση ήταν το κατάστρωμα της Πιλάρ, του σκάφους με το οποίο επί δεκαετίες εξερευνούσε τα νερά της Καραϊβικής. Λίγο πριν πάρει την απόφαση να τερματίσει τη ζωή του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει ακόμα και τη Φίνκα Βίγκια, τη βίλα του στην Κούβα, επειδή καθημερινά πλημμύριζε με επισκέπτες, περίεργους περαστικούς και τουρίστες. Αυτός που θα επιχειρήσει να συντάξει το manual της δημοσιότητας βασιζόμενος στη ζωή του Χέμινγουεϊ, μοιραία θα πέσει πάνω στο μεγάλο παράδοξο. Στη σημειολογική αντίφαση που κατά πάσα πιθανότητα ο ίδιος ο συγγραφέας συνειδητά φύτεψε στο μύθο του, επιλέγοντας τη στιγμή της κορύφωσης της διασημότητάς και της αναγνώρισής του για να καταθέσει το σύντομο δοκίμιό του για τη μοναξιά. Στην τελετή της απονομής του Νόμπελ (αυτή στην οποία δεν παρέστη), ο αντιπρόσωπός του διάβασε εκ μέρους το τα εξής λόγια: «Η ζωή του συγγραφέα είναι μοναχική. Οι οργανισμοί που στηρίζουν τους συγγραφείς, μπορούν να ανακουφίσουν κάπως έναν συγγραφέα από τη μοναξιά του, αλλά αμφιβάλλω αν τον βοηθάνε να βελτιώσει το γράψιμό του. Όσο ο συγραφέας καμουφλάρει τη μοναξιά του, το δημόσιο ανάστημά του ψηλώνει, αλλά συχνά το γράψιμό του εξασθενίζει. Γιατί η δουλειά του παραμένει μια μοναχική δουλειά. Κι αν είναι καλός σ’ αυτή, πρέπει καθημερινά να αντιμετωπίζει μόνος του την αιωνιότητα. Ή τη στέρησή της».